20/09/2009

Η Σφίγγα και το αίνιγμά της


ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ

Έστι δίπουν επί γης καί τετράπον, ου μία φωνή,
και τρίπον' αλλάσσει δε φυήν μόνον όσσ' επί γαιαν
ερπετά κινειται ανά τ' αιθέρα καί κατά πόντον.
αλλ' οπόταν πλείστοισιν ερειδόμενον ποσί βαίνη
ένθα τάχος γυίοισιν αφαυρότατον πέλει αυτου.

ΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΑΙΝΙΓΜΑΤΟΣ

Κλυθι καί ουκ εθέλουσα, κακόπτερε Μουσα θανόντων,
φωνης ημετέρης σόν το τέλος αμπλακίης.
Άνθρωπον κατέλεξας, ός ηνίκα γαιαν εφέρπει,
πρωτον έφυ τετράπους νήπιος εκ λαγόνων.
Γηραλέος δέ πέλων τρίτατον πόδα βάκτρον ερείδει,
αυχένα φορτίζων, γήραι καμπτόμενος.





13/09/2009

Ηλέκτρα, Σοφοκλέους

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ. Και γι’ αυτό το πράμα μ’ έστειλαν και το κάθε τι θα πω. Λοιπόν εκείνος, όταν ήρθε στον αγώνα, που απ’ όλους είναι το ξακουσμένο στολίδι στην Ελλάδα, για τα Δελφικά βραβεία, σαν άκουσε από ένα άνδρα μεγαλόφωνα κηρύγματα και τον δρόμο διαλαλούσε, που ερχόταν στους αγώνας πρώτος, μπήκε στο στάδιο λαμπρός, φέρνοντας σέβας σ’ όλους εκεί μέσα. Και σαν έφερε στα ίσα τα τέρματα του δρόμου με τη φύσι του, βγήκε της νίκης αξετίμητο βραβείο στα χέρια του κρατώντας. Και πως μέσα στους πολλούς αγώνες και στις νίκες ενός ανδρός τέτοιου λίγα να λέγω δεν ηξεύρω. Αλλά να ξέρης ένα: οι βραβευταί σ’ όσους δρόμους διπλούς, που τους θωρούν μέσα στο πένταθλο πως είναι, με διαλαλήματα καλούσαν, σ’ αυτούς σαν πήρε όλα τα βραβεία, καλότυχο τον λέγαν. Αργείο τον φωνάζαν και στ’ όνομα του Ορέστη, του Αγαμέμνονος, που μια φορά τον στρατό τον ξακουσμένο της Ελλάδος μάζεψε. Κι’ αυτά έτσ’ είναι. Αλλά σαν φέρη κάποιος θεός αναποδιά, κι’ ο δυνατός δεν θα μπορούσε να ξεφύγη. Εκείνος δηλαδή την άλλη μέρα, που με του ήλιου την ανατολή αγώνας ήταν σ’ άλογα, ποιο ήτανε πιο γρήγορο στα πόδια, μέσα με πολλούς αρματηλάτες μπήκε. Ένας ήταν Αχαιός, ένας απ΄τη Σπάρτη, από τη Λιβύη δυο, οπού στεκόταν απάνω σ’ άρματα ζευγαρωμένα, ανάμεσα σ’ αυτούς κι’ εκείνος πέμπτος μ’ άλογα θεσσαλικά. Έκτος ερχόταν απ΄την Αιτωλία ένας με ξανθά πουλάρια, ο έβδομος από τη Μαγνησία ήτανε, κι’ ο όγδοος μ’ άλογο λευκό στο γένος Αινιάν, ο ένατος απ΄την Αθήνα τη θεόκτιστη, κι’ ο άλλος Βοιωτός, κι’ ο ίδιος δέκατος και πάλι στ’ άρματα συμπλήρωνε το δέκα. Κι’ αφού εκεί σταθήκαν, όπου οι βραβευταί με κλήρο τους εβάλαν και τ΄άρματά τους τοποθέτησαν, με τη σάλπιγγα τη χάλκινη ξεπεταχτήκαν. Κι’ αυτοί με μια φωνή τ’ άλογα σαν χούγιαξαν, τα χαλινάρια με τα χέρια τίναξαν. Και μέσα ο δρόμος όλος γέμισε απ’ τον χτύπο των αρμάτων, που κροτάλιζαν. Και σκόνη απάνω σηκωνόταν. Κι’ ανάκατα όλοι μαζί τα άλογα κεντούσαν χωρίς λύπη, από τούτους ο καθένας τα κεφαλάρια των τροχών να ξεπεράση και των αλόγων τα φρομάσματα. Γιατί μαζί και στα καπούλια αφρίζαν γύρω και στους τροχούς, όπου γυρίζαν, τ΄αλογοφυσήματα εμπρός ξεπεταγόταν. Κι’ όσες φορές εκείνος έφερνε τ΄άλογα στην ακρινή κολώνα, κάτω ξυστά σ΄αυτή περνούσε του τροχού τον οφαλό, τ’ άλογο το δεξιό στην άκρη τ΄άφηνε να ξελασκάρη κι’ έσφιγγε το άλλο, που ήταν στην κολώνα δίπλα. Και στην αρχή τ΄αμάξια όρθια στεκόνταν όλα. Αλλά του Αινιάνος αψιώσανε κατόπι τα σκληρόστομα πουλάρια. Κι’ απάνω μες’ στο γύρισμα, καθώς έκαναν τον έκτο δρόμο και για τον έβδομο πηγαίναν, τσουγκρίζουνε τα μέτωπά των με τ’ άρματα τα Βαρκινά. Κι’ από κει και πέρα κοντά στο ένα κακό ο ένας έσπαζε τον άλλο, απάνωθέ τους πέφταν μεταξύ τους, κι’ απ’ αλόγων καραβοτσακίσματα όλος ο Κρισαίος κάμπος γέμιζε. Κι’ ο άξιος από την Αθήνα αρματηλάτης, είδησι σαν πήρε, προς τα έξω στρίβει και κατόπι στάσι κάνει κι’ αφήνει η φορτούνα των αρμάτων να περάση, όπου τρικύμιζε στη μέση. Κι’ έτρεχε αλήθεια τελευταίος, κρατώντας πίσω ο Ορέστης τα πουλάρια, γιατί είχε πίστι πρώτος πως θαρχότανε στο τέλος. Και καθώς βλέπει πως στον δρόμο εκείνος μόνος είχε μείνει, ανάμεσα στις γρήγορες φοράδες το μαστίγιο σαν τινάζει και σφύριγμα ψιλό από τ’ αυτιά των σαν περνάει, βάζει μπροστά, και τους ζυγούς σαν τους εφέραν ίσια, έτρεχαν τότε μια ο ένας μια ο άλλος, βγάζοντας μπροστά στο άρμα το κεφάλι. Και στους άλλους δρόμους όλους ο δύστυχος καλά και σίγουρα περνούσε ορθός σ’ ορθό αμάξι επάνω. Μα ύστερα καθώς τ’ αριστερό το χαλινάρι απολούσε στον γυρισμό του αλόγου, χτυπάει χωρίς να καταλάβη την ακρινή κολώνα και τον άξονα στην τρύπα του καταμεσής τον σπάει, γλίστρησε κι’ από του αμαξιού τα χείλια όξω πέφτει και στα καλοκομμένα τα λουριά μπερδεύεται. Και στη γη αυτός κάτω όπως έπεφτε, τ’ άλογα στη μέση στο δρόμο σπάρθηκαν. Κι’ ο κόσμος καθώς βλέπει αυτόν πεσμένο από τ΄αμάξι, ξεφώνισε κλαίγοντας το νιο, από ποια έργα ύστερα ποια τύχη να τον εύρη, κατά τη γη να πέφτη και πίσω πάλι στον ουρανό τα σκέλια του να δείχνη, ως που αρματηλάτες με βια τ’ άλογα κρατήσαν και τον έλυσαν ματωμένο, τόσο που από τους φίλους του κανένας δεν θα τον εγνώριζε, το μαύρο του αν έβλεπε το σώμα. Κι’ ευθύς αυτόν στη φωτιά τον κάψαν και το πελώριο το κορμί του σ’ ένα χάλκωμα μικρό, άθλια στάχτη γενομένο, άνδρες από τη Φωκίδα το φέρουν διαταγμένοι, τάφο στην πατρική του γη για νάβρη. Έτσ’ είν’ αυτά για σένα, όση βέβαια λύπη μπορούν να φέρουν, σαν κανείς τα μολογάει. Αλλά για ένα σαν κι’ εμάς, που τα είδαμε, ήταν απ’ όλα τα κακά, που έχω ως τώρα ιδεί, το πιο μεγάλο.

07/07/2008

Πλουτάρχου, Σόλων

Δρακόντειοι νόμοι

Οι νόμοι του Δράκοντα ήταν πολύ αυστηροί. Κάθε ένοχος τιμωρούνταν με θάνατο. Με θάνατο ο οκνηρός, με θάνατο κι ο κλέφτης λαχανικών ή φρούτων, το ίδιο κι ο φονιάς. Γι' αυτό ένας ρήτορας αργότερα είπε ότι οι νόμοι του Δράκοντα γράφτηκαν με αίμα. Λένε πως ο Δράκοντας, όταν τον ρωτούσαν γιατί έβαζε την ποινή του θανάτου τόσο συχνά, έλεγε: Για τα μικρά αδικήματα αυτή η ποινή χρειάζεται, για τα μεγάλα δεν υπάρχει μεγαλύτερη!

(κείμενο από το βιβλίο ιστορίας της Δ' δημοτικού)

04/05/2008

Αριστοτέλους το «Όργανον» (22 αιώνες μετά)

Μία μέθοδος ακόμη να επιχειρης είναι να μεταφέρης μίαν "ονομασίαν", εις την "αρχικήν της έννοιαν", (λόγον), ως περισσότερον "προσιδιάζον", (προσήκον), να την εκλαμβάνης με την ''αρχικήν της έννοιαν'', παρά με την ''ονομασίαν'' που τώρα έχει. Π.χ. την ονομασίαν "εύψυχον'', να μην την πάρης με την έννοιαν του ''ανδρείου'' που έχει σήμερον η ονομασία αυτή, αλλ' αυτού που έχει την ψυχή του εις καλήν κατάστασιν, (ευ - ψυχον), καθώς ακριβώς και ''εύελπιν'', αυτόν που ελπίζει τα καλά πράγματα, ομοίως δε και ''ευδαίμονα'', αυτόν του οποίου η ειμαρμένη, (δαίμων), είναι καλή, καθώς ακριβώς λέγει ο Ξενοκράτης, ότι ευδαίμων είναι αυτός, που έχει καλήν ψυχήν, διότι η ψυχή εκάστου είναι η ειμαρμένη, (δαίμων), του.

09/04/2008

Διονυσίου Λογγίνου, Περί ύψους

Καταγέλαστες είναι και οι υπερβολές του τύπου «εκτός κι αν κουβαλάτε το μυαλό σας καταπατημένο στις φτέρνες σας». Είναι σημαντικό συνεπώς να ξέρει κανείς ως που πρέπει να προχωρήσει σε κάθε περίπτωση. Γιατί αν υπερβούμε ένα ορισμένο σημείο αφανίζουμε όλη τη δύναμη της υπερβολής. Όταν αυτές οι εκφράσεις παρατεντωθούν χαλαρώνουν και ενίοτε το αποτέλεσμα είναι διαμετρικά αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Ο Ισοκράτης, επί παραδείγματι, δεν ξέρω και εγώ πως αλλά από το ζήλο του να διατυπώνει το κάθε τι σε αναβατική κλίμακα περιέπεσε σε ένα παιδαριώδες σφάλμα. Στον Πανηγυρικόν του θέλει να αποδείξει ότι η Αθήνα έχει προσφέρει στους Έλληνες μεγαλύτερες ευεργεσίες από τη Σπάρτη. Ήδη λοιπόν στο προοίμιο του λόγου του τοποθετεί την ακόλουθη φράση: «Κι έπειτα η ρητορική έχει τόσο μεγάλη δύναμη, που μπορεί και τα μεγάλα πράγματα να τα ταπεινώσει και στα ασήμαντα να προσδώσει μέγεθος και το παλαιό να το παρουσιάσει με έναν καινούργιο τρόπο και τα πρόσφατα γεγονότα να τα εξιστορήσει αρχαιοπρεπώς». Θα αντέτεινε κάποιος: «Μα, Ισοκράτη, μ’ αυτόν τον τρόπο πρόκειται να αντιστρέψεις τους ρόλους των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων!». Γιατί πράγματι το εγκώμιο της ρητορικής δεινότητας ακούγεται σαν μια εκ των προτέρων σύσταση στους ακροατές του να μην πιστεύουν στα λεγόμενά του. Ίσως και στις υπερβολές να ισχύει αυτό που είπαμε προηγουμένως για τα σχήματα: άριστες είναι εκείνες που δε φαίνονται ότι είναι υπερβολές. Και αυτό συμβαίνει όταν πηγάζουν από ισχυρή συγκίνηση και συνάδουν με το μέγεθος της κρίσιμης περίστασης. Αυτό κάνει λ.χ. ο Θουκυδίδης όταν μιλά γι’ αυτούς που σκοτώνονται στη Σικελία: «Όρμησαν λοιπόν από ψηλά οι Συρακούσιοι και άρχισαν να κατασφάζουν προ πάντων τους στρατιώτες που ήσαν μέσα στο ποτάμι. Το νερό μολύνθηκε παρευθύς. Αλλά και έτσι όπως ήταν αιματωμένο μαζί με τον πηλό συνέχιζαν να το πίνουν και πολλοί μάλιστα πολεμούσαν με μανία γι’ αυτό». Είναι η ένταση του πάθους και η κρίσιμη στιγμή που κάνουν πιστευτό το ότι μπορούσαν και να πολεμήσουν ακόμη για να πιουν αίμα και πηλό. Κάτι παρόμοιο εξιστορεί ο Ηρόδοτος για τους υπερασπιστές των Θερμοπυλών: «Στο μέρος λοιπόν που προσπαθούσαν να αμυνθούν με τα ξίφη τους (όσοι τουλάχιστον είχαν ακόμη ξίφη) και με τα χέρια τους και με τα δόντια τους, εκεί τους κατέχωσαν οι βάρβαροι με τα βέλη τους». Και πάλι θα αναφωνήσεις: «Τι σύλληψη κι αυτή να πολεμά κανείς με τα δόντια του ενάντια σε οπλισμένους! Και τι υπερβολή το θάψιμο κάτω από τα βέλη!». Και όμως είναι αξιόπιστα, γιατί δημιουργείται η εντύπωση πως το επεισόδιο δεν επινοήθηκε χάριν της υπερβολής, αλλ’ ότι η υπερβολή προέκυψε αβίαστα από την κατάσταση. Ενέργειες και συγκινήσεις, που αγγίζουν την έκσταση –αυτό δεν κουράζομαι να το επαναλαμβάνω-, δικαιολογούν και θεραπεύουν κάθε φραστικό τόλμημα. Έτσι και οι κωμικές υπερβολές παρά την απιθανότητά τους είναι πειστικές γιατί ακριβώς μας κάνουν να γελάμε. «Πήρε ένα χωράφι, αλλά η έκτασή του ήταν μικρότερη κι από επιστολή Σπαρτιάτη!». Και το γέλιο είναι πάθος, αλλά πάθος ευχάριστο. Υπάρχουν υπερβολές που μεγεθύνουν όπως και άλλες που ελαττώνουν τα πράγματα, και στις δύο περιπτώσεις κοινό χαρακτηριστικό είναι η επίταση. Και ο εξευτελισμός ενός προσώπου είναι από μιαν άποψη ο υπερτονισμός της ασημαντότητας.

07/04/2008

Διονυσίου Λογγίνου, Περί ύψους

Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος στοχαστικός, που ξέρει από λογοτεχνία, διαβάσει κάτι πολλές φορές, και αυτό το ανάγνωσμα δεν παρασύρει την ψυχή του σε μια ανώτερη θεώρηση των πραγμάτων ούτε και εγκαταλείπει μες στη διάνοιά του κάτι περισσότερο από τις γυμνές λέξεις για να τον προβληματίσει, αλλά όσο το διερευνάς τόσο χάνει τη σημασία του, τότε πια αυτό δεν έχει ύψος αληθινό, γιατί διαρκεί τόσο μόνο όσο ηχεί μέσα στα αυτιά μας. Το αληθινά υψηλό κεντρίζει συνεχώς τη σκέψη μας, είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να του αντισταθείς, και η ανάμνησή του μένει πάντα ζωηρή στο μυαλό μας και δεν ξεθωριάζει. Με μια λέξη, ωραίο και αληθινό ύψος είναι ό,τι αρέσει για πάντα στους πάντες! Όταν οι άνθρωποι με διαφορετική απασχόληση, με διαφορετικό τρόπο ζωής, με διαφορετικές προτιμήσεις, ηλικίες και γλώσσες έχουν για τα ίδια έργα την ίδια και απαράλλακτη γνώμη, τότε αυτή η ομόφωνη κρίση και επιδοκιμασία κριτών που δεν έχουν τίποτε το κοινό μεταξύ τους γίνονται πίστη σταθερή και αναμφίλεκτη στην αξία των έργων που θαυμάζουμε.